Τῆς νύχτας σκοτεινή σιγή,
τό σῶμα πρόθυμο, ἀδημονεῖ,
νά βυθιστεῖ σ’ ἀπόλυτη γαλήνη,
τά μάτια ἕτοιμα, σφαλιστά,
νά ὀνειρευτοῦν κόσμους πρωτόγνωρους,
τῆς φαντασίας δρόμοι ταξιδιάρικοι,
μήπως καί ξεχαστοῦν,
ὅσα τήν μέρα στοίχειωσαν κοπιαστικά.
Μά ἡ ψυχἠ ἀπρόθυμη, ἀεικίνητη,
κι ἀπόψε ἄυπνη, γλαρή,
στοῦ νοῦ πλανᾶται τούς λαβύρινθους.
Τά βήματα τοῦ χρόνου σέ βάθη ξεμακραίνουν,
σέ διαδρομές ἀπό τήν νιότη ὡς τό τώρα,
καντήλια ἀνάβουν ὁδηγοί,
οἱ ἀναμνήσεις σιγοκαῖνε σ’ ἀγρυπνία.
Χνάρια παλιά φωτίζονται,
ἄλλα ἀχνά, ἄλλα ἀκόμη ζωηρά,
στιγμές γλυκιές, στιγμές πικρές,
κι ἄλλες, πού ταραγμένα εὔχεσαι,
ἡ καταχνιά τῆς λησμονιᾶς νά ‘χε τυλίξει,
νά μήν θυμᾶσαι...
Κι ὅμως πεισματικά ἐκεῖ,
οἱ ἀναμνήσεις καντήλια ἀναμμένα,
ἔρωτες, πάθη, χωρισμοί,
χαρές καί πένθη, λύπες,
ὅσο κι ἄν θές,
νά μήν μπορεῖς νά λησμονήσεις...
Ἀλλη μιά νύχτα θά πονέσεις,
μέ ἐκεῖνα, πού σέ πόνεσαν παλιά,
ἄλλη μιά νύχτα θά γελάσεις,
μἐ ὅσα γέλασες καί τότε,
γονατιστά στοῦ δρόμου τά μισά,
θά κλάψεις γιά νά λυτρωθεῖς.
Ἄλλη μιά νύχτα θά εὐχηθεῖς
ὅσα σέ σκότωσαν, νά σβήσουν,
θ’ ἀναζητήσεις μέ καημό,
τῆς εὐτυχίας, ἔστω ἕνα καντηλάκι.
Ἄκαρδες οἱ ἀναμνήσεις,
φλογίτσες σιγοκαίουσες,
τῆς ὕπαρξής σου γλύφουσες τό λάδι,
θά σβήσουν τότε μοναχά,
ὅταν τῆς ὕπαρξής σου ἀδειάσει τό καντήλι.
(Ἰανουάριος 2014)
Ποιητική/καλλιτεχνική συλλογή «Ἀγγίγματα
Ζωγραφικῆς, Σκιρτήματα τῆς Ποίησης»
© Μαρία Πανωραία Κασσιδόκωστα


No comments:
Post a Comment